ευγενίζω

(ΑΜ εὐγενίζω) [ευγενής]
καθιστώ ευγενές κάτι, εξευγενίζω
μσν.
(η μτχ. παρακμ.) εὐγενισμένος, -η, -ον
1. (για καταγωγή) ευγενικός
2. αυτός που έχει καλή ανατροφή, καλούς τρόπους.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐγενίζω — ennoble pres subj act 1st sg εὐγενίζω ennoble pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγενίσω — εὐγενίζω ennoble aor subj act 1st sg εὐγενίζω ennoble fut ind act 1st sg εὐγενίζω ennoble aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγενίσῃ — εὐγενίζω ennoble aor subj mid 2nd sg εὐγενίζω ennoble aor subj act 3rd sg εὐγενίζω ennoble fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγενίζει — εὐγενίζω ennoble pres ind mp 2nd sg εὐγενίζω ennoble pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγενίζεις — εὐγενίζω ennoble pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγενίζεται — εὐγενίζω ennoble pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγενίζων — εὐγενίζω ennoble pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηὐγένισται — εὐγενίζω ennoble perf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εξευγενίζω — (AM ἐξευγενίζω) [ευγενίζω] καθιστώ κάποιον ευγενή προάγοντας τον πνευματικά και ηθικά («η μουσική εξευγενίζει τα ήθη») νεοελλ. βελτιώνω ζωικό ή φυτικό είδος με επιστημονικές μεθόδους («τα φυτά εξευγενίζονται με την καλλιέργεια») αρχ. παράγω… …   Dictionary of Greek

  • ευγενισμένος — η, ον βλ. ευγενίζω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.